altgriechisch - deutsch

  • 001 λφα - ἀγγελιᾱ-φόρος
  • 002 γγελίεια - ἀγορασία
  • 003 γόρασις - ἀ-δεισί-θεος
  • 004 -δέκαστος - ἀει-ζωΐα
  • 005 εί-ζωος - ἄθλον
  • 006 θλο-νίκης - αἱμύλος
  • 007 αἱμυλό-φρων - ἀκανθο-πλήξ
  • 008 κανθος - ἄ-κομος
  • 009 -κομπος - ἀ-κτένιστος
  • 010 -κτερέϊστος - ἀ-λιβάνωτος
  • 011 λί-βαπτος - ἀλλο-φωνέω
  • 012 λλο-φωνία - ἁμά-σῡκον
  • 013 -ματαιότης - ἀμπελο-μιξία
  • 014 μπελος - ἀμφι-μήτωρ
  • 015 μφι-μιγής - ἀνα-γνωρισμός
  • 016 να-γνωσείω - ἀνα-κουφίζω
  • 017 να-κούφισις - ἀνα-πλέω
  • 018 νά-πλεως  - ἀνα-τοιχέω
  • 019 να-τοκίζω - ἀν-ειδωλο-ποίησις
  • 020 ν-εικαιότης - ἀν-έσπερος
  • 021 ν-έστιος - ἀνθρωπο-φαγία
  • 022 νθρωπο-φάγος - ἀντ-α-κολουθέω
  • 023 ντ-α-κολούθησις - ἀντι-βροντάω
  • 024 ντι-γέγωνα - ἀντι-παρ-αινέω
  • 025 ντι-παρα-καλέω - ἀντί-φορτος
  • 026 ντί-φραγμα - ἀξιωματικός
  • 027 ξίωσις - ἀ-παρ-εγ-χείρητος
  • 028 -παρ-εμ-πόδιστος - ἀ-περί-στρεπτος
  • 029 -περί-τμητος - ἀπο-δάκνω
  • 030 πο-δακρῡτικά - ἀπο-κλάω
  • 031 πό-κλεισις - ἀπο-νέμησις
  • 032 πο-νεμητής - ἀπο-σκάπτω
  • 033 πο-σκαρίζω - ἀπο-τρέχω
  • 034 πό-τρεψις - ἀ-πρός-φορος
  • 035 -πρός-φῡλος - ἄρθρωσις
  • 036 ρι- - ἀῤῥεν-ώδης
  • 037 ῤῥεν-ωνυμέω - ἀρχι-προ-φήτης
  • 038 ρχι-πρύτανις - ἀστειο-λόγος
  • 039 στειοῤ-ῥημονέω - ἀ-σφυξία
  • 040 σχαλἀω - αὐθ-αίρετος
  • 041 αὐθ-έκαστος - αὐτό-ποκον
  • 042 αὐτό-πολις - ἀ-φιλ-άργυρος
  • 043 φ-ιλαρύνω - ἀ-χρήϊστος
  • 044 -χρηματία - βαληναῖος
  • 045 βαλιός - βεβαίωσις
  • 046 βεβαιωτήρ - βοήθεια
  • 047 βοη-θέω - βούτης
  • 048 βού-τῑμος - βρωσείω
  • 049 βρώσιμος - γειτόσυνος
  • 050 γειώρης - γλαυκό-χρως
  • 051 γλαυκόω - γραμματίδιον
  • 052 γραμματιδιο-ποιός - δαιμονο-φιλής
  • 053 δαιμονο-φόρητος - δεῦρο
  • 054 δεύσιμος - δια-γραμμίζω
  • 055 δια-γραμμισμός - δια-κρουστικός
  • 056 δια-κρούω - δια-παφλάζω
  • 057 διά-πεζος - δια-σοβέω
  • 058 δια-σόβησις - δια-χαρίζομαι
  • 059 δια-χάσκω - δι-ζυγία
  • 060 δί-ζυξ - δι-οικο-δομέω
  • 061 δι-οικο-νομέω - διφρ-ήλατος
  • 062 διφρίον - δοξο-φόρος
  • 063 δορά - δρυφάκτωμα
  • 064 δρυφάσσω - δυς-έν-δοτος
  • 065 δυς-εν-έδρευτος - δυς-οδία
  • 066 δυς-οδο-παίπαλος - δυς-χώριστος
  • 067 δυς-ώδης - ἔγκατα
  • 068 γ-κατα-βαίνω - ἐγ-χείρισις
  • 069 γ-χειρόομαι - εἰκτικός
  • 070 εἴκω - εἰς-ποίησις
  • 071 εἰς-πομπή - ἔκ-θεσις
  • 072 κ-θεσμος - ἐκ-μελετάω
  • 073 κ-μελής - ἐκ-σάρκωμα
  • 074 κ-σαρόω - ἔκ-χυμα
  • 075 κ-χῡμίζω - ἑλκτικός
  • 076 λκύδριον - ἐμ-παρ-ίημι
  • 077 μ-παρ-ίστημι - ἐμ-φυτεύω
  • 078 μ-φυτος - ἐν-αφ-έψημα
  • 079 ν-αφ-έψω - ἐν-θάπτω
  • 080 ν-θαῤῥέω - ἐν-σαλπίζω
  • 081 ν-σαρκος - ἐξ-άγω
  • 082 ξ-αγωγεύς - ἐξ-αρύω
  • 083 ξ-αρχῆς - ἐξ-οδιασμός
  • 084 ξ-οδικός - ἐπ-ακουός
  • 085 π-ακούω - ἐπ-αρωγής
  • 086 π-αρωγός - ἐπ-εύχομαι
  • 087 π-ευ-ωνίζω - ἐπι-δια-πλέω
  • 088 πι-δια-πρίω - ἐπί-κειμαι
  • 089 πι-κείρω - ἐπι-μητιάω
  • 090 πι-μηχανάομαι - ἐπι-πρεσβεύομαι
  • 091 πι-πρηνής - ἐπι-στοιβάζω
  • 092 πι-στοίβασις - ἐπι-τρόχαλος
  • 093 πι-τροχασμός - ἐπ-ορθο-βοάω
  • 094 π-ορθρεύω - ἐρέθω
  • 095 ρείδω - ἐρύκω
  • 096 ρυμα - ἑτερό-φθογγος
  • 097 τερο-φορέομαι - εὐ-δαιμόνισμα
  • 098 εὐ-δαιμονισμός - εὔ-θικτος
  • 099 εὐ-θιξία - εὐ-λογιστέω
  • 100 εὐ-λογιστία - εὔ-πηκτος
  • 101 εὐ-πήληξ - εὔ-σταχυς
  • 102 εὐ-στεγής - εὔ-ψυκτος
  • 103 εὐ-ψῡχέω - ἐχῑνίσκος
  • 104 χῑνο-μῆτραι - ζῳο-θρέμμων
  • 105 ζῳο-θυσία - ἡλιό-πεμπτος
  • 106 λιό-πεπτος - ἡμι-τομίας
  • 107 μι-τόμιον - θαλερ-όμματος
  • 108 θαλερο-ποιός - θέ-οινος
  • 109 θεο-κάπηλος - θεσμο-τόκος
  • 110 θεσμο-φόρια - θοός
  • 111 θοόω - θυννευτική
  • 112 θυννεύω - ἰδιοῤ-ῥυθμία
  • 113 διόῤ-ῥυθμος - ἱλαρία
  • 114 λάρια - ἱππο-νομεύς
  • 115 ππο-νόμος - ἱστιο-ποιέω
  • 116 στιοῤ-ῥάφος - καθαρο-ποιέω
  • 117 καθαρός - κακο-γείτων
  • 118 κακο-γένειος - καλαμο-γλύφος
  • 119 καλαμο-γραφία - καμῑνο-καύστης
  • 120 κάμῑνος - καρπο-ποιός
  • 121 καρπός - κατ-αγωγός
  • 122 κατ-αγωνίζομαι - κατα-κονδυλίζω
  • 123 κατ-ακοντίζω - κατά-νευρος
  • 124 κατα-νεύσιμος - κατ-αριστάω
  • 125 κατ-αριστεύω - κατα-ταράσσω
  • 126 κατα-ταρταρόω - κατ-εκ-φεύγω
  • 127 κατ-έλαιος - κατ-οχή
  • 128 κατ-όχιμος - κενο-ταφέω
  • 129 κενο-τάφιον - κεχαρισμένως
  • 130 κεχηνότως - κῑνητήριος
  • 131 κῑνητής - κλῑμακίς
  • 132 κλῑμακισμός - κοιλότης
  • 133 κοιλ-οφθαλμία - κόμμα
  • 134 κομματίας - κορωνός
  • 135 κοσκινεύω - κρατέω
  • 136 κράτημα - κροταφῖτις
  • 137 κρόταφος - κυκάω
  • 138 κυκεία - κυρηβάζω
  • 139 κυρήβασις - λαβρώνιος
  • 140 λάβυζος - λᾱο-πλάνος
  • 141 λᾱο-πόροι - λειψανη-λόγος
  • 142 λείψανον - λευκό-πεπλος
  • 143 λευκο-πέταλος - λιθο-βολήσιμος
  • 144 λιθο-βολία - λιπό-φθογγος
  • 145 λιπό-χρως - λόχος
  • 146 λοχός - μαγειρ-ώδης
  • 147 μάγευμα - μαμμά-κυθος
  • 148 μαμμᾶν - μεγαλ-άρτια
  • 149 μεγάλ-αρτος - μειλίχιος
  • 150 μειλιχό-βουλος - μελιτόω
  • 151 μελίττιον - μέσφα
  • 152 μεσ-ῳδικός - μετα-στρεπτικός
  • 153 μετα-στρέφω - μηλινό-χρους
  • 154 μηλίς - μικρο-φιλο-τῑμία
  • 155 μικρο-φιλό-τῑμος - μνῆμα
  • 156 μνημάτιον - μονο-μερής
  • 157 μονό-μετρος - μῡελ-ώδης
  • 158 μυέω - μύσις
  • 159 μυσκέλενδρον - νεά-πολις
  • 160 νεᾱ-πολίτης - νεο-σφαγία
  • 161 νεο-σχιδής - νηφαντικός
  • 162 νηφόντως - νύμφευσις
  • 163 νυμφευτήρ - ξυλό-κερκος
  • 164 ξυλο-κιννάμωμον - οἰδαλέος
  • 165 οἰδάνω - οἶσις
  • 166 οἰσό-καρπον - ὀλιγό-ϋδρος
  • 167 λιγό-ϋλος - ὁμό-δημος
  • 168 μο-δίαιτος - ὄμπνη
  • 169 μπνη - ὀξυ-πευκής
  • 170 ξύ-πικρος - ὀργαστήριον
  • 171 ργάω - ὀρνεό-μαντις
  • 172 ρνεο-μιγής - ὀστρακόω
  • 173 στρακ-ώδης - ὀφθαλμό-σοφος
  • 174 φθαλμό-τεγκτος - παγ-χάλκεος
  • 175 παγ-χαρής - παλίμ-πορος
  • 176 παλίμ-πους - παν-άστερος
  • 177 παν-ατρεκής - παντο-πλανής
  • 178 παντο-ποιός - πάρ-αθλον
  • 179 παρά-θρανος - παρ-αμεύω
  • 180 παρα-μήκης - παρα-σοφίζομαι
  • 181 παρα-σόφισμα - πάρδαλις
  • 182 πάρδαλος - παρ-ευ-τακτέω
  • 183 παρ-ευ-τρεπίζω - πᾱσί-γνωστος
  • 184 πᾱσι-θρύλλητος - πείρινς
  • 185 πείρω - πεντε-τάλαντος
  • 186 πεντ-ετηρίς - περι-δεής
  • 187 περι-δείδω - περι-κωδωνίζω
  • 188 περι-κωκύω - περι-πύημα
  • 189 περι-πυκάζω - περι-τρύζω
  • 190 περι-τρώγω - πέψις
  • 191 πε-ώδης - πιστάκη
  • 192 πιστάκια - πλήγανον
  • 193 πληγάς - ποθ-έσπερος
  • 194 ποθέω - πολυ-άρουρος
  • 195 πολυ-αρχία - πολύ-κυκος
  • 196 πολυ-κυλίνδητος - πολυ-στέφανος
  • 197 πολυ-στεφής - πορευτικός
  • 198 πορευτός - πρεσβυ-γενής
  • 199 πρέσβυς - προ-αυξής
  • 200 προ-αύξησις - προ-εις-πέμπω
  • 201 προ-εις-πίπτω - προ-ΐπταμαι
  • 202 προΐσσομαι - προ-μνάομαι
  • 203 προ-μνηστικός - προς-αινετήριος
  • 204 προ-σαίνω - προςδέχομαι
  • 205 προς-δέω - προς-επι-τῑμάω
  • 206 προς-επι-τραγ-ῳδέω - προς-κύρωσις
  • 207 προς-κωμάζω - προς-συν-ίστημι
  • 208 προς-συν-οικέω - προ-τονίζω
  • 209 πρό-τονος - πρωτο-κτόνος
  • 210 πρωτόκτονος - πυκνο-πνεύματος
  • 211 πυκνό-πορος - πυρσό-κομος
  • 212 πυρσο-κόρυμβος - ῥεμβο-ειδής
  • 213 εμβός - ῥοπικός
  • 214 οπτός - σανιδ-ώδης
  • 215 σανίδωμα - σεῦτλον
  • 216 σεύω - σισάριον
  • 217 σίσαρον - σκηνοῤ-ῥάφος
  • 218 σκῆνος - σκυζάω
  • 219 σκύζομαι - σπαργάνωμα
  • 220 σπαργάνωσις - στατήρ
  • 221 στατηριαῖος - στηθο-μελής
  • 222 στῆθος - στρεβλότης
  • 223 στρεβλό-χειλος - συγ-κατα-δικάζω
  • 224 συγ-κατα-διώκω - σύγ-χρονος
  • 225 σύγ-χροος - συμ-μηχανάομαι
  • 226 συμ-μιαίνω - συμ-προ-πορεύομαι
  • 227 συμ-προς-άγω - συν-ανα-κομίζω
  • 228 συν-ανα-κυκλέω - συν-δεύω
  • 229 συν-δέω - συν-εκ-φωνέω
  • 230 συν-εκ-φώνησις - συν-εσκευασμένως
  • 231 συν-εσκιασμένως - συν-ομο-λογέω
  • 232 συν-ομο-λογία - σύρτις
  • 233 συρτός - σφῡρ-ηλατέω
  • 234 σφῡρ-ηλάτησις - τάλᾱς
  • 235 ταλάσειος - ταχύ-ποροςι
  • 236 ταχύ-ποτμος - τερετισμός
  • 237 τέρετρον - τεῦξις
  • 238 τευτάζω - τμήγω
  • 239 τμήδην - τραχηλο-δεσμότης
  • 240 τραχηλο-ειδής - τρί-παππος
  • 241 τρι-πάρθενος - τροπο-φορέω
  • 242 τροπόω - τῡρο-τόμος
  • 243 τῡρο-φάγος - ὑδρό-χαρις
  • 244 δρο-χοεῖον - ὑπ-αρωματίζω
  • 245 π-ασθενέω - ὑπερ-γαργαλίζω
  • 246 πέρ-γειος - ὑπέρ-οχος
  • 247 περ-οχυρόω - ὑπο-γίγνομαι
  • 248 π-ογκόω - ὑπο-κορίζομαι
  • 249 πο-κόρισμα - ὑπ-πτήσσω
  • 250 πο-πτίσσω - ὑπ-ουργία
  • 251 π-ουργικός - ὑψηλότης
  • 252 ψηλο-τράχηλος - φάσκωλος
  • 253 φάσμα - φιλ-άρετος
  • 254 φιλ-αριστείδης - φιλό-κωμος
  • 255 φιλό-κωπος - φλαττόθρατ
  • 256 φλαῦρος - φορύνω
  • 257 φορύσσω - φυξ-άνωρ
  • 258 φυξείω - χάλκεος
  • 259 χαλκεο-τευχής - χεδροπ-ώδης
  • 260 χέδρωψ - χηρεία
  • 261 χήρειος - χόνος
  • 262 χοο-πότης - χρῡσ-εργός
  • 263 χρῡσ-εψητής - χωρο-νομέω
  • 264 χωρο-νομικός - ψηφο-θέτης
  • 265 ψηφο-λογεῖον - ὠκύ-μορος
  • 266 κύ-νοος - ὠώδης
  • operone